Σπασμένα Κρίνα
Το ηλιοβασίλεμα πλησίαζε και ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί στο κατόφλι του γάμου που εμελε να γίνει στην επόμενη ώρα. Το είχαν ψάξει καιρό τώρα το μέρος μέχρι και την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Ήθελε λέει να βλέπει το δέρμα της να ακτινοβολεί αυτό το χρυσό του ήλιου να φωτίζει τον κόσμο όλο όπως φώτιζε εκίνη τον δικό του. Έναν χρόνο πριν κατάφεραν να τα οργανώσουν όλα, λίγο καιρό μετά αφου η ζωές τους είχαν στρώσει.
Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν οι γονείς του. Τους θυμήθικε νέους με την αγάπη που του έδιναν και τις αταξίες που τον άφηναν να κάνει. "Ετσι θα γίνει πολυμήχανος" έλεγε ο πατέρας του κάθε φορά που κατέστρεφε και κάτι άλλο με σκοπό να το ξαναφτιάξει.
Την είχε δει θυμάται στο μαγαζί που σύχναζε ο ίδιος πριν μερικά χρόνια και από τότε δεν μπόρεσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Εκείνη βέβαια όυτε να τον κοιτάξει ουτε καν τον είχε πρόσεξει. Έτυχε απλά ενας κοινός γνωστός τους να τους γνωρίσει, να πουν ένα γεια. Σιγά που θα του έδινε σημασία βέβαια με τέτοια ομορφιά που είχε. Δεν είναι ότι μπορούσε και να αρθώσει μια λέξη να της πει και το άφησε και το πρόσπέρασε σαν αδιάφορος.
"Μπορεί να σας ετοιμάζει πάλι καμια έκπληξη, θέλετε να οδηγήσουμε λίγο ακόμα μια βόλτα παραπάνω" της είπε ο οδηγός και εκείνη απάντησε πως καλύτερα να παρκάρουν κάπου για να μην γυρνάνε ασκοπα κια να περιμένουν λιγάκι. Συνήθως εκείνη αργούσε στα ραντεβου τους.
Το πρώτο τους ραντεβού δεν ήταν κάν ραντεβού βέβαια, για επαγγελματικό λογο είχαν βγει μιας ήθελε να στήσει ένα πρότζεκ και εκείνη είχε τις κατάλληλες γνώσεις. Πέρασαν ώρες συζητώντας για αυτό και άλλες τόσες για άλλά διάφορα. Μια υπέροχη φιλία γενιόταν ή έτσι πίστευαν. Όταν της αποκαλυψε τον θαμασμό του και το ενδιαφέρον του εκείνη απομακρύνθηκε. Θυμηθηκε πόσο τον στεναχωρούσε αυτή η απόσταση. Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Θα πορεύονταν μαζί στην ζωή, θα έκανε τα πάντα για εκείνη. Δεν αντεχε μια ζωή χωρίς αυτή. Πολυμήχανοι και οι δυό τους, μοιράζονταν μια ζωή δύσκολη και αφόρητη τον περισσότερο καιρό. Κάθε φορά που πετύχενε στα χόμπυ της στην εργασία της κάτι παραπάνω, κάθε φορά που διασκέδαζε με την ψυχή της εκείνος χαιρόταν ίσως και δυο φορές περισσότερες από την ίδια.
Πήρε όμως χρόνο για να βρεθούν πλέον μόνιμα μαζί. Θυμάται πόσο όμορφη είναι. Πόσο ανοιχτή είναι η ψυχή του σε αυτό το έντονα εκφραστικό της βλέμμα τόσα χρόνια. Πόσο ζεστός είναι ο ήλιος μέσα της μόνο για εκείνον. Η γνωστή ξινή στον χώρο τους ήταν το πιο ζεστό πλάσμα που υπήρχε σε όλο το συμπαν για τον ίδιο. Όσο δένονταν όμως, όσο γνωρίζονταν πιο καλά η ζωή τους έφτιαχνε παράλληλα. Η τύχη άνοιγε σιγά σιγά αλλά σταθερά όσο ήταν μαζί και ερωτευμένοι.
Θυμάται όμως και τον γάμο τους. Τελικά είχε δίκιο γι το ηλιοβασίλεμα. Έκανε το υπέροχο της δέρμα να λάμπει και τα μάτια της να σπινθιρίζουν. Η πιο ομορφη στιγμή τους μέχρι τώρα ίσως. Αυτό το όνειρο της κοπέλας που θυμάται έντονα να έχει από την εφηβεία του, από τα 25 του και αλλες περιόδους της ζωή τους. Αυτή πρέπει να ήταν η τόσο όμορφη γυναίκα των ονείρων του.
Και τώρα η κόρη τους μόλις γεννημένη με τα ιδια ματια της μητέρας της. Ποιά να είναι πιο όμορφη και πιο εξυπνη τελικά. Η μαμά ταλαιπωρημένη και η κόρη ήρεμη στην αγκαλιά της ίδια η μαμά της.
Πόσο ευτυχισμένος ένιωθε όταν έφερε τον πρώτο της έρωτα στο σπίτι να τον γνωρίσουν, όταν ακόμα ήταν ένα μικρό παιδί δημοτικού. Και μετά ακολούθησαν τα εφηβικά χρόνια και οι περιπέτειές της. Την θυμάται σαν χτες που έφυγε για εξωτερικό στο πανεπιστίμο που είχε επιλέξει. Πολυμηχανη και αυτή σαν τους δυο τους. Καμιά βοήθεια δεν θέλησε ποτε. Ίσως μόνο τότε στον γάμο της που ήθελε να την συνοδεύουν και οι δυο τους.
Το χτύπημα στο παράθυρο την ξαφνιασε λίγο απότομα. Η καρδιά της εδώ και λίγα λεπτά είχε χτυπήσει αρκετά δυνατά και ένα παλιό αγχός είχε επιστρέψει. Είχε καταφέρει να λύσει τα άγχη της και να φτιάξει την ζωή της μαζί του. Έκανε πολυ δουλεια μόνη της και με βοήθεια και με την δική του. Πόσο ερωτευμένη όμως να ήταν. Όσα της αφαίρεσαν οι προηγούμενη της τα έδωσε πίσω στο διπλό ίσως και παραπάνω.
Το εγγόνι τους, θείο δώρο τους φάνηκε. Κοίταξε την γυναικα του άλλη μια φορά όπως κάνει κάθε λίγο και λιγάκι. Τι κι αν τα χρόνια έχουν περάσει και το νεανικό δέρμα πλεον δεν είναι εκεί. Για εκείνον είναι ο ήλιο του, το φώς του το δυνατό. Και αυτά τα τόσο εκφραστικά της μάτια, αυτή η καθυσιχαστική φωνή της χρόνια μετά που ηρεμεί την ψυχή του με κάθε της νότα. Και τώρα έπρεπε να την αποχωριστεί να την αφήσει μόνη της για λίγα ακόμα χρόνια.
Τα μαλλιά τους είχαν ασπρίσει το δέρμα τους είχε σπάσει μα ακόμα η καρδιά του χτυπούσε δυνατά ερωτευμένη πάντα μαζί της για αυτά τα τελευταία του λεπτά που τα βαθιά γεράματα τους είχαν καθηλώσει. Τι ωραία όμως να περνάς την ζωή σου όλη με τον πιο ωραίο άνθρωπο που γνωρισες ποτέ σαν να είσαι νεος κάθε στιγμη κάθε δευτερόλπτο αυτού το μικρου ταξιδιού σου.
Το τελευταίο πράγμα ίσως και το μόνο που θυμάται εδώ και ώρα να βουήζει στα αυτιά της είναι οι παρηγορητικές φωνες του κόσμου να λένε "δεν κατάλαβε τίποτα, ακαριαίο ήταν".
Κι όμως είχε καταλάβει... Σε αυτά τα τελευταία κλάσματα δευτερολέπτου έζησε μαζι της ολη του την ζωη μέχρι τώρα, είδε την γνωριμία τους, τις περιπέτειές τους, το πόσο την κυνήγησε, πόσο προσπάθησε να είναι μαζί και το παρόν τους, είδε το μελλον τους με την όμορφη κόρη τους και το εγγόνι τους και είδε τις τελευταίες του στιγμές με εκεινη, την πιο όμορφη γυναίκα της ζωής του στο πλευρό του να του κρατάει το χέρι πριν σβήσει στον χρόνο για πάντα.
Ένα τουρμπάτο πατημένο όσο πιο πολυ μπορούσε, τίναξε το αυτοκίνητό του στον αέρα λίγο πριν φτάσει. Λίγα κλασματα κράτησε η διαδικασία μέχρι να χαθεί στο φως της στα ματια της με ένα τραγουδι για το πόσό όμορφη είναι σήμερα στο κινητό να παίζει αδιάκοπα, όπως του τα έδειξε το μυαλό του εκείνη την στιγμη που μπήκε σε κατάσταση εκτακτης αναγκης και προστασίας. Κανείς δνε θα μάθει πότέ πόσο ευτυχισμένος έφυγε έχωντας ζήσει μια ολόκληρη ζωή από παιδι μέχρι βαθειά γεράματα μαζί της.